Η διδασκαλία των Μαθηματικών στο Δημοτικό: Από τα σχολικά εγχειρίδια στις διαδραστικές ιστορίες

Για πολλές δεκαετίες, η διδασκαλία των μαθηματικών στο δημοτικό σχολείο ακολουθούσε μια γνώριμη, παραδοσιακή μορφή: σειρές μαθητών σκυμμένων πάνω από τα σχολικά τους εγχειρίδια, να εξασκούνται σε επαναλαμβανόμενες και αφηρημένες αριθμητικές πράξεις. Το παιδαγωγικό μοντέλο ήταν απλό και αυστηρά καθορισμένο: ο δάσκαλος παρουσίαζε τη διαδικασία στον πίνακα και οι μαθητές την επαναλάμβαναν μηχανικά στα φύλλα εργασίας. Αν και αυτή η μέθοδος βοηθούσε κάποιους μαθητές να αποκτήσουν ευχέρεια στους υπολογισμούς, σπάνια οδηγούσε σε βαθιά κατανόηση ή πραγματικό ενδιαφέρον για τα μαθηματικά. Για πολλούς, τα μαθηματικά μετατράπηκαν σε πεδίο άγχους και αποστήθισης, αποκομμένο από τη δημιουργικότητα και την ανακάλυψη. Η μετάβαση από αυτό το παραδοσιακό μοντέλο σε μια διδασκαλία που βασίζεται στη διαδραστικότητα και την αφήγηση δεν αποτελεί απλώς αλλαγή εργαλείων, αλλά μια ουσιαστική μετατόπιση στη φιλοσοφία μας για το τι σημαίνει «είμαι καλός στα μαθηματικά».

Είναι πλέον γνωστό ότι η διδασκαλία που βασίζεται αποκλειστικά στα σχολικά εγχειρίδια έχει σοβαρούς περιορισμούς. Τα εγχειρίδια συχνά παρουσιάζουν τα μαθηματικά ως ένα κλειστό σύστημα απομονωμένων δεξιοτήτων. Τα προβλήματα εμφανίζονται αποκομμένα από την πραγματικότητα· το γνωστό παράδειγμα με τους δύο συρμούς — «Δύο τρένα ξεκινούν από διαφορετικούς σταθμούς που απέχουν 100 χιλιόμετρα. Αν το ένα ταξιδεύει με 40 χλμ./ώρα και το άλλο με 60 χλμ./ώρα, σε πόση ώρα θα συναντηθούν;» — αποτελεί κλασική περίπτωση προβλήματος χωρίς πραγματικό νόημα για ένα παιδί. Η διδασκαλία των μαθηματικών χωρίς σύνδεση με την πραγματικότητα συχνά αποθαρρύνει τους μαθητές και τους κάνει να χάνουν το ενδιαφέρον τους. Τα παιδιά δυσκολεύονται να απαντήσουν στο ερώτημα «Γιατί χρειάζεται να το μάθω αυτό;» όταν το μάθημα παρουσιάζεται ως μια σειρά από ασκήσεις χωρίς συνοχή και νόημα. Επιπλέον, τα σχολικά εγχειρίδια, που ακολουθούν έναν ενιαίο τρόπο διδασκαλίας για όλους, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις διαφορετικές ανάγκες, ικανότητες και ρυθμούς μάθησης των μαθητών μέσα στην τάξη. Όταν η διδασκαλία επικεντρώνεται στη μία και μοναδική σωστή απάντηση και στην ταχύτητα των υπολογισμών, οι μαθητές φοβούνται να κάνουν λάθη. Έτσι, αποθαρρύνονται από το να προσπαθούν, να πειραματίζονται και να μαθαίνουν μέσα από τα λάθη τους — μια διαδικασία απαραίτητη για τη βαθύτερη κατανόηση των μαθηματικών.

Η αρχική ενσωμάτωση της τεχνολογίας στη διδασκαλία των μαθηματικών, αντί να φέρει μια ουσιαστική αλλαγή, συχνά αναπαρήγαγε τις παλιές πρακτικές σε ψηφιακή μορφή. Τα πρώτα εκπαιδευτικά λογισμικά έμοιαζαν περισσότερο με «ψηφιακά φύλλα εργασίας» ή απλά παιχνίδια εξάσκησης, όπου οι μαθητές απαντούσαν σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής για να λάβουν κάποια επιβράβευση. Αν και αυτό έκανε το μάθημα πιο ελκυστικό στην αρχή, δεν αντιμετώπιζε τα βασικά προβλήματα της έλλειψης ενδιαφέροντος και της επιφανειακής κατανόησης των μαθηματικών εννοιών. Η ουσιαστική αλλαγή άρχισε όταν οι εκπαιδευτικοί και οι δημιουργοί λογισμικού αξιοποίησαν την τεχνολογία όχι για να αναπαράγουν τις παλιές πρακτικές, αλλά για να τις επανασχεδιάσουν. Ο στόχος μετατοπίστηκε από τη χρήση της τεχνολογίας ως εργαλείου διδασκαλίας προς τη δημιουργία βιωματικών μαθησιακών περιβαλλόντων, όπου οι μαθητές ανακαλύπτουν και κατανοούν μέσα από τη δική τους συμμετοχή.

Η διδασκαλία αποκτά νέο νόημα όταν η τεχνολογία συνδυάζεται με την αφήγηση. Η αφήγηση αποτελεί βασικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης· ο άνθρωπος τη χρησιμοποιεί για να κατανοεί τον κόσμο, να θυμάται πληροφορίες και να δείχνει ενσυναίσθηση προς τους άλλους. Όταν τα μαθηματικά εντάσσονται μέσα σε μια ελκυστική ιστορία, αποκτούν το πλαίσιο και το νόημα που λείπουν από τα σχολικά εγχειρίδια. Σε αυτό το πλαίσιο, η διαίρεση παύει να είναι μια απλή μαθηματική διαδικασία· γίνεται η πράξη του δίκαιου μοιράσματος ενός θησαυρού ανάμεσα στο πλήρωμα ενός πειρατικού καραβιού. Η γεωμετρία δεν αφορά την αποστήθιση σχημάτων· αφορά τον σχεδιασμό ενός φρουρίου αρκετά ισχυρού για να αντέξει την επίθεση ενός δράκου. Μέσα από την αφήγηση, τα μαθηματικά αποκτούν νόημα. Δεν είναι πια μια σειρά πράξεων, αλλά ένα εργαλείο που ο ήρωας χρειάζεται για να λύσει ένα πρόβλημα και να προχωρήσει στην περιπέτειά του. Έτσι, η ιστορία απαντά με απλό και κατανοητό τρόπο στο «γιατί να το μάθω;»: γιατί όσα μαθαίνεις έχουν νόημα· βοηθούν τον ήρωα να ξεπεράσει τα εμπόδια και να φτάσει στον στόχο του. Ένα πολύ καλό παράδειγμα αποτελούν τα διαδραστικά ψηφιακά βιβλία που δημιουργήθηκαν μέσα από το πρόγραμμα Erasmus+ ABIBooks.

Jordane Dupont, Pola Pogorzelec, Happy birthday, Collection ABIBooks

Η διδασκαλία των μαθηματικών μέσα από τη διαδραστική αφήγηση προσφέρει πολλαπλά οφέλη. Πρώτα απ’ όλα, ενισχύεται το ενδιαφέρον των μαθητών. Όταν ένα παιδί ταυτίζεται με έναν ήρωα, θέλει πραγματικά να λύσει τους μαθηματικούς γρίφους που συναντά στην πορεία του. Η μάθηση πηγάζει τότε από την ίδια του την περιέργεια και την ανάγκη να ανακαλύψει τι θα συμβεί παρακάτω — όχι από τον βαθμό ή μια εξωτερική ανταμοιβή. Παράλληλα, οι διαδραστικές ιστορίες βοηθούν τα παιδιά να κατανοούν βαθύτερα τις μαθηματικές έννοιες, καθώς συνδέουν τη θεωρία με τη δράση και το συναίσθημα. Σε ψηφιακά μαθηματικά παιχνίδια, όπως το “Prodigy Math” ή το “DragonBox” , τα παιδιά δε μαθαίνουν απλώς ότι “α × b = c”. Μαθαίνουν μέσα από την πράξη — μετακινούν σχήματα, δοκιμάζουν, συνδυάζουν και βλέπουν πώς λειτουργεί ο πολλαπλασιασμός στην πράξη. Με τον ίδιο τρόπο, κατανοούν τα κλάσματα κόβοντας μια εικονική τούρτα ή μοιράζοντας ένα μαγικό φίλτρο. Έτσι, η γνώση δε βασίζεται στην αποστήθιση αλλά γίνεται εμπειρία· γνώση που έχουν χτίσει μέσα από τη δική τους δράση.

Επιπλέον, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το λάθος παίρνει διαφορετική σημασία. Στο παραδοσιακό μάθημα, μια λανθασμένη απάντηση συχνά συνοδεύεται από ένα κόκκινο “Χ”. Στη διαδραστική ιστορία, όμως, το λάθος δε θεωρείται αποτυχία· είναι απλώς ένας γρίφος που χρειάζεται επανεξέταση. Οι μαθητές μπορούν να δοκιμάσουν ξανά αμέσως, να ελέγξουν μια νέα ιδέα χωρίς τον φόβο της κριτικής. Έτσι, καλλιεργείται μια στάση μάθησης που βλέπει την προσπάθεια και τα λάθη ως φυσικά και πολύτιμα βήματα προς την κατανόηση. Μέσα από την ιστορία, οι μαθητές βρίσκουν έναν ασφαλή χώρο για να πειραματιστούν, να κάνουν λάθη και να προσπαθήσουν ξανά. Μαθαίνουν να επιμένουν, να δοκιμάζουν νέες ιδέες και να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες χωρίς φόβο. Έτσι καλλιεργούν ανθεκτικότητα, υπομονή και δημιουργική σκέψη. Αυτή είναι και η φιλοσοφία του προγράμματος Erasmus+ Enigmathico: να μετατρέπει τα μαθηματικά σε διαδραστικές ιστορίες με γρίφους που, όσο λύνονται, ξεδιπλώνουν σιγά σιγά την την πορεία και το τέλος της ιστορίας. Στο πρόγραμμα, οι μαθητές συμμετέχουν σε μαθηματικές δραστηριότητες που ξετυλίγονται μέσα από ιστορίες συνδεδεμένες με την καθημερινή ζωή — από ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος και βιωσιμότητας, μέχρι απλά προβλήματα που συναντούν γύρω τους. Έτσι, το έργο συνδυάζει τη φαντασία με την πραγματικότητα, δείχνοντας πώς τα μαθηματικά μπορούν να γίνουν εργαλείο για να κατανοήσουμε και να βελτιώσουμε τον κόσμο μας.

Στο επίκεντρο αυτής της αλλαγής βρίσκεται ο ρόλος του δασκάλου. Δεν είναι πια εκείνος που «μεταδίδει» τη γνώση, αλλά ο καθοδηγητής που μαθαίνει μαζί με τα παιδιά και τα βοηθά να ανακαλύψουν τις λύσεις μόνα τους. Χωρίς να χρειάζεται να εξηγεί τα πάντα ο ίδιος, μπορεί τώρα να αξιοποιεί τη διαδραστική ιστορία ως ένα χρήσιμο εργαλείο μάθησης: παρακολουθεί πώς σκέφτονται οι μαθητές, εντοπίζει πού δυσκολεύονται και καταλαβαίνει καλύτερα πώς προοδεύουν. Ο δάσκαλος καθοδηγεί τη συνεργασία σε μικρές ομάδες, όπου οι μαθητές ανταλλάσσουν ιδέες, συζητούν τις δυσκολίες τους και αναζητούν από κοινού λύσεις. Μέσα από τον διάλογο και τις στοχευμένες παρεμβάσεις του εκπαιδευτικού, η σκέψη των παιδιών εμβαθύνει και η μάθηση προσαρμόζεται στις ανάγκες και τον ρυθμό κάθε μαθητή. Έτσι, η τάξη μετατρέπεται σε έναν ζωντανό χώρο μαθηματικής διερεύνησης και δημιουργικότητας, αντί για μια διδασκαλία που βασίζεται στην παθητική ακρόαση.

Φυσικά, αυτή η μετάβαση δε σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε τα παραδοσιακά μέσα. Ένα καλοσχεδιασμένο πρόβλημα από το σχολικό εγχειρίδιο εξακολουθεί να έχει τη δική του αξία, καθώς βοηθά τα παιδιά να εξασκούνται και να αποκτούν σιγουριά στους υπολογισμούς τους. Το μέλλον της διδασκαλίας των μαθηματικών στο δημοτικό δεν είναι μια επιλογή ανάμεσα στο παλιό και το νέο, αλλά ένας δημιουργικός συνδυασμός τους. Ένα υβριδικό μοντέλο, όπου οι διαδραστικές ιστορίες δίνουν το κίνητρο και το νόημα, ενώ ο δάσκαλος αξιοποιεί ποικίλα μέσα —από στοχευμένες ασκήσεις μέχρι ομαδικές δραστηριότητες— για να στηρίξει τη μάθηση και να την κάνει ουσιαστική.

Το συμπέρασμα είναι απλό: όταν τα μαθηματικά γίνονται μέρος μιας ιστορίας, αποκτούν ζωή και συναίσθημα. Παύουν να είναι ένα μάθημα μηχανικής απομνημόνευσης και μετατρέπονται σε μια ζωντανή εμπειρία ανακάλυψης. Έτσι, τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο να υπολογίζουν· μαθαίνουν να κατανοούν τον κόσμο μέσα από τους αριθμούς.

Βιβλιογραφικές αναφορές

1. Chehak Arneja and Dr. Sneha Tyagi, The importance of using stories for teaching-learning of mathematical concepts , in
https://www.allstudyjournal.com/article/445/2-4-109-686.pdf

2. István Czeglédy, András Kovács ,How to choose a textbook on mathematics? in
https://dppd.ubbcluj.ro/adn/article_1_2_2.pdf

3. Kirstin Mulholland, Using storybooks to promote high-quality talk in maths, in
https://educationendowmentfoundation.org.uk/early-years/storybooks-maths